Το παρόν άρθρο συντάσσεται με αφορμή τις παραιτήσεις έμπειρων και αφοσιωμένων εκπαιδευτικών που είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες, όπου γίνεται ρητά λόγος για επαγγελματική εξουθένωση και αδυναμία συνέχισης του έργου τους υπό τις παρούσες συνθήκες.
Οι παραιτήσεις αυτές από το δημόσιο σχολείο δεν αποτελούν μια απλή προσωπική επαγγελματική στροφή, αλλά ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Άνθρωποι με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα, μεταπτυχιακά, διδακτορικά και βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, οι οποίοι επενδύουν συναισθηματικά στο έργο τους, οδηγούνται σταδιακά στην έξοδο, νικημένοι από μια ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών που εντείνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια.
Η καθημερινότητά των σύγχρονων εκπαιδευτικών έχει μετατραπεί σε έναν διαρκή αγώνα, ο οποίος ξεκινά από την πολυετή δοκιμασία της αναπλήρωσης. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλοί εκπαιδευτικοί ζουν υπό καθεστώς αβεβαιότητας και ανασφάλειας, με συνεχείς μετακομίσεις που δυσχεραίνουν τον προσωπικό και οικογενειακό τους προγραμματισμό. Ακόμη και η μονιμοποίηση, ωστόσο, δεν επιλύει άμεσα το πρόβλημα, καθώς η υποχρεωτική διετής παραμονή στον τόπο διορισμού κρατά αρκετούς εκπαιδευτικούς μακριά από τον τόπο τους, την ίδια στιγμή που οι μετακινήσεις σε πολλαπλά σχολεία συντηρούν ένα καθεστώς μόνιμου εργασιακού στρες.
Παράλληλα, το σύγχρονο σχολείο επιβαρύνεται από μια αυξανόμενη γραφειοκρατία που συχνά περιορίζει τον ωφέλιμο χρόνο της διδασκαλίας. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διεκπεραιώσουν έναν μεγάλο όγκο εξωδιδακτικών καθηκόντων και διοικητικών υποχρεώσεων, επωμιζόμενοι σημαντική ευθύνη χωρίς την ανάλογη υποστήριξη από το σύστημα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός έρχεται αντιμέτωπος και με μια γενικευμένη κοινωνική πίεση. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς έχει κλονιστεί και το σχολείο αντιμετωπίζεται συχνά με μια χρησιμοθηρική λογική, γεγονός που περιορίζει τον παιδαγωγικό ρόλο σε μια τυπική διεκπεραίωση διαδικασιών. Έτσι, ο παραδοσιακός σεβασμός που απολάμβανε ο δάσκαλος στην κοινωνία υποχωρεί, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο στην απαξίωση και στην αμφισβήτηση του μεγέθους της προσφοράς του.
Η μεγαλύτερη απώλεια σε αυτή την κρίση είναι ο ίδιος ο πυρήνας της παιδαγωγικής, που είναι ο βαθιά ανθρώπινος ρόλος του εκπαιδευτικού απέναντι στα παιδιά. Ο δάσκαλος είναι εκείνος που οφείλει να αφουγκραστεί τις ανάγκες των μαθητών, να τους καθοδηγήσει, να τους εμπνεύσει και να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς στην καθημερινότητά τους. Όταν όμως το δικό του ψυχικό απόθεμα εξαντλείται, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσφέρει την ποιότητα και την προσοχή που απαιτεί η τάξη. Η ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών είναι μια συλλογική απώλεια, όμως η κατάσταση αυτή δεν είναι μη αναστρέψιμη.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ανάδειξη και η ενίσχυση συγκεκριμένων παραγόντων προστασίας μέσα στο σχολικό περιβάλλον καθίσταται ζωτικής σημασίας. Η συλλογική κουλτούρα και η ουσιαστική συνεργασία μπορούν να λειτουργήσουν ως το πιο ισχυρό ανάχωμα. Ένας συμπαγής, ενεργός και ισχυρός σύλλογος διδασκόντων, που λειτουργεί με όρους αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης, δημιουργεί ένα δίχτυ ασφαλείας όπου η δυσκολία δε βιώνεται ως ατομικό βάρος αλλά ως συλλογική πρόκληση. Καταλύτης σε αυτή την προσπάθεια είναι ο διευθυντής που λειτουργεί ως πραγματικός ηγέτης. Είναι εκείνος που διαθέτει το όραμα, την ικανότητα να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, να αμβλύνει τις εντάσεις και να προστατεύσει τους συναδέλφους από τις εξωτερικές πιέσεις, μετατρέποντας τη σχολική μονάδα σε έναν ζωντανό οργανισμό κοινής πορείας και δημιουργίας.
Η ανατροπή της σημερινής εικόνας είναι εφικτή και ξεκινά από τη συνειδητή απόφαση της πολιτείας και της κοινωνίας να επενδύσουν έμπρακτα στο ανθρώπινο δυναμικό της εκπαίδευσης. Με τη θεσμοθέτηση σταθερών δομών ψυχολογικής και διοικητικής υποστήριξης, καθώς και με την ορθολογική μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου, το σχολείο μπορεί να ξαναγίνει ένας ελκυστικός, λειτουργικός και ασφαλής χώρος εργασίας. Όταν οι εκπαιδευτικοί νιώσουν ότι το έργο τους αναγνωρίζεται θεσμικά και ότι δεν είναι μόνοι απέναντι στις αντιξοότητες, το κλίμα θα αλλάξει. Η θωράκιση της αξιοπρέπειας του δασκάλου είναι το πρώτο και πιο αποφασιστικό βήμα για να επιστρέψει η αισιοδοξία στις σχολικές αίθουσες, διασφαλίζοντας την ποιότητα, τη σταθερότητα και την προοπτική του δημόσιου σχολείου.
Μαριάννα Λεπίδα,
Εκπαιδευτικός ΠΕ70