«Ημέρα της απελευθέρωσης» χαρακτήρισε την 2α Απριλίου ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντ. Τραμπ, με τους νέους δασμούς ευρείας κλίμακας που ανακοίνωσε για όλα τα εισαγόμενα αγαθά, πέραν αυτών που είχε ανακοινώσει πρόσφατα για εισαγωγές σε χάλυβα και αλουμίνιο, σε αυτοκίνητα και εξαρτήματά τους. Η παραγωγή χάλυβα και αλουμινίου, με δεδομένη τη στροφή στην πολεμική οικονομία, αποκτά όλο και πιο μεγάλη σημασία για τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και οι Αμερικάνοι βιομήχανοι απαιτούν μεγαλύτερη ενίσχυση στην παραγωγή τους, με τον Πρόεδρο της Ένωσης Αμερικανών Παραγωγών Χάλυβα Φίλιπ Μπελ να επικροτεί την δασμολογική πολιτική Τραμπ.
Η τέτοιας έκτασης επιβολή δασμών ισοδυναμεί με την κήρυξη ενός εμπορικού πολέμου των ΗΠΑ ενάντια στις «15 βρώμικες χώρες», οι οποίες αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος των αμερικανικών εισαγωγών, στους βασικούς -κύρια- οικονομικούς ανταγωνιστές τους και πρωταρχικά ενάντια στην Κίνα, που απειλεί την πρωτοκαθεδρία τους. Αποτελεί αντίδραση της αμερικάνικης ηγεσίας στη μεταβολή των συσχετισμών στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, που έχει συντελεστεί κάτω από την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης των κεφαλαιοκρατικών χωρών την περίοδο του ιμπεριαλισμού.
Ο σύμβουλος εμπορίου του Τραμπ, Ρ. Λάϊτθιζερ, υπήρξε ωμός και σαφής: «...πώς θα διεξαγάγουμε έναν πόλεμο, αν ποτέ κληθούμε να διεξαγάγουμε έναν πόλεμο με την Κίνα, όταν εκείνη είναι στη σημερινή κατάσταση τέσσερις φορές πιο ικανή να μπορεί να παράγει όσα χρειάζονται για έναν πόλεμο; (...) Η Κίνα κατά τη γνώμη μου αποτελεί υπαρξιακή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι ένας πολύ, πολύ ικανός αντίπαλος».
Οι υπερασπιστές, του «ελευθέρου κόσμου» -κάποτε- και υμνητές του «ελεύθερου εμπορίου» και της παγκοσμιοποίησης, ανατρέπουν το παγκόσμιο εμπορικό καθεστώς των τελευταίων 50 ετών.
Η επιβολή δασμών στα διάφορα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι μια πολιτική προστατευτισμού της εγχώριας παραγωγής, που θέλει ταυτόχρονα να συμβάλλει στην αύξηση των εσόδων του κράτους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των τεράστιων κρατικών και εμπορικών ελλειμμάτων. Εκτιμήσεις, αναφέρουν πως οι δασμοί των ΗΠΑ στην Κίνα, στο Μεξικό και στον Καναδά μπορούν να μεταφραστούν αθροιστικά την επόμενη δεκαετία, στο ποσό του 1,1 τρισ. δολαρίων, ενώ μόνον για το 2025 υπολογίζεται να ενισχύσουν τα κρατικά ταμεία με 110 δισ. δολάρια. Στην ουσία της όμως, η πολιτική αυτή δεν αποτελεί έκφραση ευρωστίας της αμερικάνικης οικονομίας, αλλά συνιστά ανοικτή ομολογία της εξασθένισής της και δημιουργεί αλυσιδωτά, μια σειρά άλλα προβλήματα.
Το κόστος των δασμών αυτών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών που πληρώνουν οι καταναλωτές, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον υπόλοιπο πλανήτη, πράγμα που θα σημάνει άνοδο του πληθωρισμού, μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, επιπτώσεις στις θέσεις εργασίας, ύφεση κλπ. Η μείωση των εισαγωγών θα έχουν επίδραση και στη συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου με τα νομίσματα των χωρών που θα υποστούν τους δασμούς. Προφανώς το δολάριο θα γίνει πιο ακριβό σε σχέση με τα νομίσματα αυτά, καθιστώντας τελικά τα ξένα αγαθά φθηνότερα.
Για όλους αυτούς του λόγους οι επιλογές αυτές της Διοίκησης Τραμπ έχουν ξεσηκώσει έντονες και φορτισμένες συζητήσεις, από την «Γουόλ Στρητ» ως την Ουάσιγκτον. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι «αγορές», που είναι σταθερά αλλεργικές στην αβεβαιότητα, θα ταρακουνηθούν. Οι πλέον «έγκυροι» διεθνείς οίκοι αξιολόγησης (αμερικάνικοι μάλιστα), όπως η Moody’s, η Goldman Sachs και η JP Morgan Chase, «κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου» για το αρνητικό αντίκτυπο δασμών και αύξησαν κατά πολύ τις πιθανότητες ύφεσης της αμερικάνικης οικονομίας (από 15% τον Ιανουάριο σε 35 - 40%, ένα μήνα μετά).
Η «γεωπολιτική αβεβαιότητα» οδηγεί και τον ΟΟΣΑ στην υποβάθμιση των προβλέψεών του για ανάπτυξη, λόγω των «εμπορικών εμποδίων». Ακόμη και ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι θα υπάρχει βραχυπρόθεσμα κάποιος «πόνος» στην οικονομία και αυξήσεις των τιμών, ενώ δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο ύφεσης. Ήδη πτώση σημείωσε στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης η μετοχή της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας «General Motors», της οποίας σχεδόν η μισή παραγωγή αυτοκινήτων δεν ολοκληρώνεται στις ΗΠΑ.
Αλλά και στην οικονομία της ΕΕ οι επιπτώσεις δεν θα είναι αμελητέες, όταν και μόνον οι πωλήσεις γερμανικών αυτοκινήτων στις ΗΠΑ αποτελούν το 13% των εξαγωγών, ενώ ακολουθούν η Βρετανία με 11,3% και η Γαλλία με 7,4%. Έτσι οι «Τραμπικές» δασμολογικές επιθέσεις δεν μένουν αναπάντητες. Η ΕΕ ανακοίνωσε, ανταποδοτικούς δασμούς 26 δισ. ευρώ και ο Καναδάς ύψους 28,9 δισ. δολαρίων.
Η Κριστίν Λαγκάρντ μίλησε για μία «σημαντική υπαρξιακή στιγμή για την Ευρώπη» και για την ανάγκη για «μια πορεία προς την (δική μας) ανεξαρτησία». Ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας Ερίκ Λομπάρ διαπιστώνοντας ότι «η επιθετικότητα αυξάνεται», υποστήριξε ότι «η μόνη λύση για την ΕΕ θα είναι να αυξήσει με τη σειρά της τους δασμούς για τα αμερικανικά προϊόντα». Ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς, δήλωσε «αν οι ΗΠΑ δεν μας αφήσουν άλλη επιλογή, όπως με τους δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο, εμείς ως ΕΕ θα αντιδράσουμε ενιαία».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Καναδός πρωθυπουργός Κάρνεϊ δήλωσε ότι «η παλιά σχέση που είχαμε με τις ΗΠΑ, βασισμένη στην ολοένα βαθύτερη ολοκλήρωση των οικονομιών μας και τη στενή συνεργασία όσον αφορά την ασφάλεια και την άμυνα, τέλειωσε».
Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σιγκέρου Ισίμπα, δήλωσε στη Βουλή ότι «πρέπει να σκεφτούμε για τα προσήκοντα μέτρα μετά την ανακοίνωση» και «φυσικά, θα εξετάσουμε όλες τις επιλογές». Σημειωτέον ότι το 1/3 των ιαπωνικών εξαγωγών στις ΗΠΑ αφορούν τις μονάδες αυτοκινητοβιομηχανίας που λειτουργούν στη χώρα, ενώ το 2024 η αξία τους υπολογιζόταν σε 40 δισ. δολάρια.
Για «παγκόσμιες αβεβαιότητες που αυξάνονται» μίλησε ο υπουργός Βιομηχανίας της Νότιας Κορέας, Αν Ντουκ-γκέουν, ενώ ο Πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα ντα Σίλβα, είπε ότι «δεν μπορούμε να μην κάνουμε τίποτα» σαν οι Αμερικανοί «να είναι οι μόνοι που έχουν δίκιο και διαθέτουν τη δυνατότητα να δασμολογούν τα προϊόντα των άλλων (...) θα υιοθετήσουμε την προσέγγιση που κατά την άποψή μας θα είναι επωφελής για τη Βραζιλία».
Βέβαια όλοι αυτοί, κάτω από την ασφυκτική πίεση των ΗΠΑ και των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες τους, ιδιαίτερα μετά και τον πόλεμο στην Ουκρανία, δήλωσαν ότι θα «συνομιλήσουν σύντομα με τους Αμερικανούς ομολόγους τους» και ότι «στόχος της Ευρώπης παραμένει η συνεργασία». Η Βρετανία μάλιστα μέσα από τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ - Κιρστάμερ κινείται στην κατεύθυνση μιας νέας οικονομικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών.
Δεν είναι σίγουρο ότι ο Τραμπ θα το «τερματίσει» ή -ανάλογα με τις αντιδράσεις και τις συνέπειες- θα κάνει διορθωτικές κινήσεις, αφού δεν παρέλειψε να παραπέμψει σε «νέες συμφωνίες», στις οποίες θα είναι ανοιχτός -αλλά μετά τις εξαγγελίες αυτές- και να αναφέρει πως «η λέξη ευελιξία είναι μια σημαντική λέξη».
Ακολουθώντας πολιτική «μαστιγίου και καρότου», άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι δασμοί να αυξηθούν, προειδοποιώντας ειδικά ΕΕ και Καναδά με «μεγάλης κλίμακας δασμούς, πολύ μεγαλύτερους από αυτούς που προβλέπονται τώρα» αν «συνεργαστούν για να βλάψουν οικονομικά τις ΗΠΑ», επειδή πρέπει «να προστατευθεί ο καλύτερος φίλος που είχε ποτέ καθεμία από αυτές τις δύο».
Η μέθοδος Τραμπ περί επιβολής δασμών χρησιμοποιείται σαν μοχλός πίεσης για την εξασφάλιση και άλλων πολιτικών ανταλλαγμάτων. Με αυτή την επιθετική, τρομοκρατική πολιτική των απειλών και «της επιβολής δια της ισχύος», είχε ήδη κάποια πρώτα αποτελέσματα. Πέρα από τις δηλώσεις των Ευρωπαίων για «συνομιλίες» και «συνεργασία», Μεξικό, Γουατεμάλα και Βιετνάμ ζητούν διαπραγματεύσεις. Κολομβία, Παναμάς επέλεξαν να υποκύψουν και να συνθηκολογήσουν άνευ όρων μέσα σε λίγες ώρες. Σε υποχωρήσεις αναγκάστηκαν και αραβικές χώρες στη Μέση Ανατολή. Η εταιρεία CK Hutchison Holdings Ltd, ιδιοκτησίας του δισεκατομμυριούχου Λι-Κα-Σινγκ, που διαχειρίζεται τα λιμάνια της διώρυγας του Παναμά και άλλα 43 κινεζικά λιμάνια σε όλο τον κόσμο -και την Cosco- αναγκάστηκε (;) να πουλήσει το 90% της Panama Ports Company στην αμερικανικών συμφερόντων εταιρεία Black Rock, αντί του ποσού των 22,8 δισ. δολαρίων.
Φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο κύριος στόχος των ΗΠΑ είναι η Κίνα. Έτσι στη μάχη αυτή επιστρατεύουν μέχρι και τα λιμενικά τέλη, για πλοία κινεζικής κατασκευής που ελλιμενίζονται στις ΗΠΑ. Την Κίνα αφορούν και οι απειλές ότι «όποια χώρα αγοράσει φυσικό αέριο ή πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα θα αντιμετωπίσει δασμούς 25% σε όλες τις εξαγωγές που κάνει προς τις ΗΠΑ», αφού η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής πετρελαίου από τη Βενεζουέλα, με αγορές που μπορεί να φτάνουν μέχρι και τα περίπου 500.000 βαρέλια τη μέρα.
Η Κίνα βέβαια είναι και εκείνη η χώρα που κρατάει μια σταθερή πολιτική απέναντι στον ανταγωνιστή της. Προχώρησε όπως και οι άλλοι σε αντίποινα για τους νέους δασμούς αξίας 34 δισ. δολαρίων, που ήδη επέβαλε ο Τραμπ στα προϊόντα της, επιβάλλοντας και αυτή δασμούς επίσης 34 δισ. δολαρίων.
Πέρα όμως από αυτά, συνεχίζει σταθερά τις πολιτικές κινήσεις της «ήρεμης δύναμης» και ενισχύει τα διάφορα Φόρουμ Συνεργασίας, Κίνας - Αφρικής, Κίνας - Αραβικών Κρατών, τους «BRICS», την «Συνεννόηση» Κίνας - Ιαπωνίας - Ν. Κορέας, που γίνεται για πρώτη φορά μετά το 2020, με στόχο την «πλήρη και «ισόνομη» «τριμερή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου». Ενθαρρύνει την ένταξη νέων μελών στην Περιφερειακή Συνολική Οικονομική Σύμπραξη (RCEP) - διακρατικό σχήμα εμπορικής συνεργασίας, όπου συμμετέχουν η Κίνα και άλλες 14 ασιατικές χώρες. Κατήγγειλε την «ανάμειξη» της Ουάσιγκτον στις εσωτερικές υποθέσεις της Βενεζουέλας. Το ΚΚΚ άσκησε σκληρή κριτική στον Λι-Κα-Σινγκ που έριξε κατά 6,7% τις μετοχές της εταιρείας CK Hutchison Holdings Ltd στο Χρηματιστήριο. Η υπογραφή της συμφωνίας με την Black Rock καθυστερεί προς το παρόν, αλλά δεν έχει ακυρωθεί.
Ο πρωθυπουργός Λι Κιάνγκ, φρόντισε να φέρει στο προσκήνιο και το ζήτημα της Ταϊβάν που «ενδιαφέρει» καίρια τον μεγάλο της αντίπαλο, τις ΗΠΑ, διαβεβαιώνοντας ότι η Κίνα θα προσπαθήσει να επιτύχει μια «ειρηνική ενοποίηση» με την Ταϊβάν, υπογραμμίζοντας ότι θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να «διαφυλάξει την εδαφική της ακεραιότητα». Τέλος ο υπουργός Εξωτερικών και μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής Γουάνγκ Γι, σημειώνοντας με νόημα ότι «η ψηλή μάντρα μιας μικρής αυλής δεν μπορεί να σταματήσει την καινοτόμο σκέψη», σήκωσε το γάντι που πέταξε η Ουάσιγκτον και δήλωσε ότι η Κίνα είναι υπέρ «της ειρηνικής συνύπαρξης», αλλά «προειδοποιεί ότι είναι έτοιμη για κάθε είδος πολέμου, αν χρειαστεί».
Το συμπλήρωμα των ιμπεριαλιστικών πολέμων και της στροφής στην πολεμική οικονομία είναι η όξυνση του διεθνούς εμπορικού πολέμου μέσω της αύξησης των δασμών. Ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος που πυροδοτεί η δασμολογική πολιτική του Τραμπ προκαλεί διεθνή οικονομική αναστάτωση, καθώς οι επιπτώσεις του δεν περιορίζονται μόνο στα κράτη που τα προϊόντα τους εμπλέκονται άμεσα στη δασμολογική σύγκρουση, αλλά απλώνονται σε όλη την παγκόσμια οικονομία, με τα βάρη τους να τα φορτώνονται όπως πάντα οι λαοί. Ωθεί σε ένα βάθεμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος και σε μια μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όπου εμπορικοί και οικονομικοί πόλεμοι έρχονται να συμπλεύσουν με στρατιωτικούς πολέμους. Οι κίνδυνοι για όλους τους λαούς αυξάνονται και ο αντιπολεμικός αντιιμπεριαλιστικός αγώνας καθίσταται όλο και πιο πολύ αναγκαίος.
Ο Παύλος Αλεξίου είναι στέλεχος του Μ-Λ ΚΚΕ
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
2ος Γραπτός Διαγωνισμός ΑΣΕΠ τον Ιούνιο: Ανακοινώθηκε ΕΠΙΣΗΜΑ η ύλη!
Παν.Πατρών: Tο 1ο στην Ελλάδα Πανεπιστημιακό Πιστοποιητικό Τεχνητής Νοημοσύνης για εκπαιδευτικούς
Πανεπιστήμιο Αιγαίου: Το κορυφαίο πρόγραμμα ειδικής αγωγής στην Ελλάδα - Αιτήσεις έως 2/04
ΕΛΜΕΠΑ: Το κορυφαίο πρόγραμμα Ειδικής Αγωγής στην Ελλάδα για διπλή μοριοδότηση
ΕΥΚΟΛΕΣ πιστοποιήσεις ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ - ΙΤΑΛΙΚΩΝ για ΑΣΕΠ - Πάρτε τις ΑΜΕΣΑ